Κριτικές

Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1957

[…]

Ύστερ’ από τριών χρόνων καρπόφορη σιωπή, το 1935, ο Σεφέρης έκαμε πάλι την εμφάνισή του στην ποίησή μας με το «Μυθιστόρημα» -μια λιγοσέλιδη ποιητική συλλογή σαν τη «Στροφή»- αλλά με περιεχόμενο ριζικά διάφορο και στη μορφή και στην ουσία, θέτοντας τώρα το πρόβλημα της ποίησης σε μια νέα γενικώτερη βάση και βρίσκοντας όπως και με τη «Στροφή» απροειδοποίητη και την κριτική και το φιλολογικό κοινό και πολλούς ίσως από τους θαυμαστές του. Είμαι βέβαιος ότι πολλοί από αυτούς που τους γοήτεψαν και τους μαγνήτισαν οι έξοχοι στίχοι του «Ερωτικού λόγου» και της «Στέρνας», και που τους απαγγέλουνε ψιθυριστά με αληθινή λυρική κατάνυξη σα να εκτελούνε μέσα τους κομμάτια μελωδικότατης μουσικής, θα αισθανθήκανε κάποια δυσφορία και κάποια έκπληξη περιδιαβάζοντας αργά στην ερημική περιοχή του «Μυθιστορήματος» και σταματώντας με βουβή απορία μπροστά στις σιβυλλικές αλλ’ απέριττες μορφές των σκαλισμένων και πολυνόητων μύθων του.

Θα τους στάθηκε ίσως αδύνατο ή πολύ δύσκολο να συνδέσουνε αβίαστα τη διαφορετική αισθητική της νέας του τεχνοτροπίας με την προηγούμενη και να αισθανθούνε ηδονικά την άξαφνη ύφεση του λυρισμού του και τη μεταβολή του από θερμή ακτινοβολία σε μαρμάρινες φιγούρες αρχαίου νεκροταφείου. Τι θα αιστανθεί κανείς αν τη στιγμή που χαϊδεύει ένα ζεστό, λεπτό και βελούδινο δέρμα νοιώσει ξάφνου κάτου από τα ερεθισμένα του δάχτυλα το δέρμα να μεταμορφώνεται σε ψυχρή αφή σκληρού και λείου αντικειμένου; Θα σπρώξει πέρα το δυσάρεστο αντικείμενο που του έκοψε τη διάρκεια της απόλαυσής του˙ αν όμως το συγκρατήσει λίγη ώρα μέσα στη φούχτα του ίσως να δοκιμάσει μια δεύτερη αισθητική συγκίνηση λιγώτερο αισθησιακή αλλά πιο αυστηρή και πιο πνευματική από την πρώτη, γιατί θα καταλάβει πως το ψυχρό αυτό σώμα δεν είναι παρά ένα καθαρό και σπάνιο βότσαλο της ακρογιαλιάς, πλασμένο, μπορεί, από την πολύτιμη ουσία τουΒαλερικού Ευπαλίνου.

Ομολογώ πως πρωτοδιαβάζοντας κι εγώ το «Μυθιστόρημα» δοκίμασα ένα ελαφρό αίσθημα δυσφορίας ανάμικτο με κάποια γοητεία και με κάποια παράξενη έλξη˙ αίσθημα που δεν ευκολύνει καθόλου την κριτική παρακολούθηση μιας πολύπλοκης και ιδιότυπης αισθητικής εξέλιξης σαν κι αυτής του Σεφέρη. Μα χειρότερος εχθρός της κριτικής που αντιμετωπίζει νέες μορφές τέχνης δεν υπάρχει από το πρώτο της αίσθημα που συχνά μπορεί να είναι ή ξαφνικός, άκριτος και υστερικός θαυμασμός μπροστά στο νέο ή επιπόλαιη καχυποψία και άρνηση ή αναγκαστική σιωπή. Αλλά με τον καιρό, διαβάζοντας ολοένα το «Μυθιστόρημα» -και για την κριτική του δισταγμού, της αμφιβολίας και της απορίας, αποτελεσματικώτερο δοκιμαστήριο της αντοχής και της εσωτερικής αξίας ενός δύσκολου ποιητικού έργου είναι το επίμονο και αδιάκοπο διάβασμά του- έβλεπα πόσο είχε προχωρήσει ο Σεφέρης σε νέους, παρθένους τόπους, μιας προσωπικώτερης και μαζύ απόλυτα ελληνικής έκφρασης. Εβλεπα ακόμα τον ερημίτη και τον μυσταγωγό της περίφημης Poésie Pure να ελευθερώνεται μόνος αυτός από τον ελεφαντένιο πύργο που κρατάει τα πλήθη των νέων μας ποιητών πέρ’ από το θέαμα της σύγχρονης ζωής, πέρ’ από το εσωτερικό δράμα της φυλής μας, και να επιστρέφει βαδίζοντας σε δρόμους πρωτοχάραχτους κατά το κέντρο της Πολιτείας – της δικής μας Πολιτείας.

Υπακούοντας καλλιτεχνικά στη μαγνητική έλξη των καιρών που γνέφουνε στον ποιητή να μην τους περιφρονήσει, θέλησε ώστε οι ποιητής να μην είναι μονάχα ένας τραγουδιστής, ένας βάκχος των ωραίων λόγων, ένας μουσικός ξεπλανευτής των αισθήσεών μας, αλλά ένας δημιουργός σοβαρών εικόνων και σκοτεινά υποβλητικών μύθων που να μας διδάσκουνε ποιοι είμαστε, πού κατοικούμε, τι αληθινά αισθανόμαστε ή καλύτερα τι θα έπρεπε να αισθανόμαστε. Κατηγορήσανε δίκαια τη νεώτερη ποίησή μας ότι δε βύθισε τις ρίζες της βαθειά στο εθνικό χώμα, ότι δε συνδέθηκε με τη δική μας πραγματικότητα, ότι δεν απεικόνισε στους ρυθμούς της τίποτα το ελληνικό, -φυλετικά ιδανικά, ιστορικό παρελθόν, κοινωνική ζωή, φύση- ενώ οι μεγάλοι μας ποιητές, ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Καβάφης, καθένας κατά τη στιγμή της εποχής του και κατά την αισθητική του προτίμηση αντικαθρεφτίσανε στο έργο τους κι από μια όψη της φυλής μας και της ιστορίας μας, υμνήσανε σπουδαία περιστατικά, κηρύξανε και λατρέψανε ιδανικά, προφητέψανε, κ’ ερμηνέψανε ποιητικά τις μορφές του πολιτισμού μας, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία μιας ζωντανής και με ακατάλυτη εσωτερική ενότητα ποιητικής παράδοσης. Να λοιπόν σήμερα που έρχεται ο Σεφέρης –ο ίδιος ποιητής που είχε ανανεώσει το λυρισμό της- να την πλουτίσει με τις νέες ποιητικές μορφές συνεχίζοντας δημιουργικά το βαθύτερο εθνικό χαραχτήρα της και τον αγνό φυλετισμό της.

[…]

 

Εισαγωγή στη νεώτερη ποίηση, Δίφρος, Αθήνα 1958

Η νεώτερη ποίηση, όσο κι αν παρέχει άφθονο υλικό για μια ψυχρή, αντικειμενική διδασκαλία, για μια γραμματολογική και χρονολογική εξιστόρηση ποικίλων και συχνά αντιφατικών μεταξύ τους αναζητήσεων, φάσεων και πραγματοποιήσεων, αξιολογήσεων και συγκρίσεων, ακόμα και για παρεμβολή γραφικών ανεκδότων και παραδοξοτήτων όπως εκείνες των παλαιών μποεμικών καιρών, δε θα γίνει αισθητή στην εσώτατη πρωτοτυπία της, εάν δεν τη δούμε σα μια από τις πιο τολμηρές και τις πιο απεγνωσμένες προσπάθειες που έκαμε ο νεώτερος άνθρωπος για να εξερευνήσει με τον Λόγο και να κατακτήσει, γνωστικά μαζί και αισθητικά, άγνωστες περιοχές στη σφαίρα του πνευματικού, του ψυχικού και της εκφραστικής. Την απλή αισθητική τέρψη του δουλεμένου λόγου˙ να μας αλαφραγγίξει ένας γλυκός σκοπός λυρικού τραγουδιού˙ να επαναλαμβάνουμε με παραλλαγές τις πραγματοποιήσεις των προηγουμένων μας˙ την ανάγκη να εκφραζόμαστε «ποιητικά» για να βρίσκουμε λύτρωση από κάτι που ευχάριστα ή οδυνηρά μας πιέζει˙ - όλ’ αυτά, κι άλλα σχετικά, θα τα βρούμε και μέσα στη νέα ποίηση. Μάλιστα, θα τα βρούμε πραγματοποιημένα τόσο καλά, όσο και στην παλαιά. Αν όμως αρκεστούμε σ’ αυτές τις απαιτήσεις, υπάρχει κίνδυνος να μην αντικρίσουμε το αυθεντικό πρόσωπο της νεράιδας που γυρεύουμε.

Είναι ανάγκη να έχουμε υπόψη μας πως το συνολικό αισθητικό ύφος της νεώτερης ποιητικής δε βγαίνει μόνο από τις αντικειμενικές της πραγματοποιήσεις, δεν αποτελείται μόνο από το σύνολο των όποιων ωραίων έργων μας έδωσε. Πρέπει σ’ αυτό να προσθέσουμε και τις ποικιλότατες θεωρητικές της επιδιώξεις. Όλες αυτές οι επιδιώξεις, παρά την πολυμορφία τους και τη συχνή τους αντίθεση ως προς τον τρόπο που γυρεύουν την πραγμάτωση ενός εκφραστικού ιδανικού όλες αυτές οι απώτατες αισθητικές βλέψεις, έχουν ένα κοινό γνώρισμα: την «υπερσυνείδηση» των δημιουργικών προθέσεων του ποιητή καθώς και των μέσων που διαθέτει για έκφραση. Φτάνει να κεντρίζεται κανείς από κάποια μεταφυσική ή και καθαρά φυσική περιέργεια για τη λειτουργία του δημιουργικού πνεύματος, για να μη μείνει ασυγκίνητος από την «υπερσυνείδηση» αυτή της νεώτερης ποίησης. Ένα έργο τέχνης, όσο τέλειο κι αν είναι, σ’ όποια εποχή και σ’ όποια νοοτροπία κι αν ανήκει, δε θα το καταλάβουμε σε όλο του το βάθος και δε θα χαρούμε ακέριες τις δυνατότητες «αισθητικού ρεμβασμού» που μας παρέχει, αν το αποσπάσουμε από τη στιγμή που γεννιέται, αν το δούμε προβαλμένο σ’ έναν κενό χώρο, αν το αποχωρίσουμε από τη λειτουργική προϊστορία του πνεύματος που το γέννησε. Κι να δεν ξέρουμε τίποτα γι’ αυτήν την προϊστορία, θα πρέπει εμείς να εφεύρουμε και να ανασυνθέσουμε την ποιητική της. Αυτή είναι η πραγματική επικοινωνία ανάμεσα στο έργο της τέχνης και σ’ εκείνον που το «θεάται». Οι άνθρωποι, γενικά, που αποτελούν το κοινό της τέχνης, είναι χωρισμένοι σε δυό οικογένειες. Σ’ εκείνους που «θεώνται» και λειτουργούν αισθητικά με το εμβρυώδες τους αισθητικό ένστικτο και με το τυφλό αίσθημα, και σ’ εκείνους που ανεβάζουν αυτό το ένστικτο και το απλώνουν κυματιστά ως την άπειρη σφαίρα του πνεύματος. Σ’ εκείνους που πλησιάζουν την ποίηση για να τη χαρούν στιγμιαία και ξέγνοιαστα και να πάρουν τόσο όσο τους δίνει το αίσθημα της στιγμής, και σ’ εκείνους που αγκαλιάζουν το ποίημα σα να το έφτιαξαν αυτοί. Σ’ αυτούς αποτείνεται η τέχνη – και προ παντός η καινούρια. Σ’ όλο το χρονικό διάστημα που αναπτύχθηκε η νεώτερη ποίηση, κι από μέρους των δημιουργών της κι από μέρους των στοχαστικών ρεμβαστών της, γίναν βαθύτατες και πολυδαίδαλες θεωρητικές ανασκαφές στο υπέδαφος του ποιητικού λόγου.

Οι μυημένοι ξέρουν πως η νεώτερη ποίηση, για πολλούς λόγους, αποσκεπάζει με πυκνούς πέπλους το πρόσωπό της και πως της αρέσει να κρύβεται σε γωνιές απόμερες και μυστηριακές που δεν μπορεί να τις οσφρανθεί η κοινή εμπειρία. Η νεώτερη ποίηση δηλώνεται πιο πολύ με τη φυγή της παρά με τη χειροπιαστή παρουσία της. Εκεί που η παγκόσμια πρόζα ξεχύνεται ποταμηδόν και στρογγυλοκάθεται στα πάντα τετραγωνική, παχύσαρκη, ακέραιη, ακουστή και νοητή στα καθέκαστά της, η ποίηση καταλαβαίνει πως δεν έχει θέση – και δραπετεύει. Αυτό που λέμε «νεώτερη ποίηση», όσο κι αν έχει στο ενεργητικό της αρκετά αριστουργήματα και πάρα πολλά εξαίρετα κείμενα και δείγματα, στο σύνολό της πάει πέρ’ απ’ αυτά. Απλώνεται σ’ έναν απεριόριστο μαγικό χώρο. Κι όσοι ορέγουνται την ανιχνευτική περιπλάνηση στους μαγικούς αυτούς χώρους, ξέρουν πως στα βαθιά ορύγματα των αισθητικών ανασκαφών, κρύβεται συχνά τόση ποιητική ενέργεια όσην εκπέμπουν και οι ωραιότεροι μοντέρνοι στίχοι. Γιατί η νεώτερη ποίηση κατάφερε τούτο: να είναι οι στίχοι της όχι ένα αισθητικό τέρμα, αλλά ένα ξεκίνημα. Δεν περιγράφουν μια πεπερασμένη πραγματικότητα. Είναι όμως μηνύματα και δείγματα, ψήγματα και ουράνια φωτοσκιάσματα ονειρεμένων κόσμων – κόσμων πλασμένων από την ύλη που παρέχει η άμεση εμπειρία της ζωής, αλλά κατεργασμένη από την παράξενη δεξιοτεχνία που χάρισε σε μερικούς εκλεκτούς του Λόγου η πολλαπλή αγωνία των νεώτερων καιρών. Δε θα συλλάβουμε την ενότητα ακόμη και των πιο διαφορετικών μεταξύ τους αναζητήσεων της νεώτερης ποίησης, αν δεν προχωρήσουμε προς τις κορυφές των στίχων της από τα μέσα προς τα έξω – αν δεν κινηθούμε από τα βάθη των αισθητικών ορυγμάτων προς την επιφάνεια των θαυμασίων λυρικών αναβλαστήσεων.

[…]

 

Προσωπικό (με την «ποίηση, 2» του Παπαδίτσα), Αναφορές στον Υπερρεαλισμό, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1976

[…]

Επαναλαμβάνουμε πως σ’ αυτό το ποιητικό μας τριγύρισμα στον κόσμο των λεκτικών ονείρων, χρησιμοποιήσαμε πολύ συχνά τον όρο «υπερρεαλισμός», περίπτωση που μπορεί να δείχνει πως είναι κανείς ή σχολαστικός τυπολάτρης του σχηματικού στοχασμού ή νεοφώτιστος σε μια πνευματική πρόταση που παίρνει μορφή δογματική ή θρησκευτική ή ιδεολογική. Οσο τον βαραίνουν τα χρόνια και τον στομώνει η «ζωή με τα βιβλία», είναι φυσικό να δυσπιστεί κανείς προς κάθε είδους όρο. Η αοριστία που εμπεριέχει και ο ακριβέστερος όρος, είναι η κύρια αιτία που γρήγορα τον απονεκρώνει. Αν όμως κάθε όρος είναι ένας νεκρός του παρελθόντος του παρόντος και του αύριο, υπάρχει περίπτωση να ζωντανέψει αυτός ο νεκρός, αν του δανείσει κανείς τη δική του ζωή, όποια και νάναι. Δεν φιλοδοξούμε βέβαια να ζωντανέψουμε τον όρο «υπερρεαλισμός», γιατί κατά τη γνώμη μας, δεν πρόκειται για όρο, αλλά για μια δημιουργημένη εδώ και πενήντα χρόνια τώρα «ποιητική κατάσταση», τόσο ιδιότυπη, πρωτοφανή και δυναμερή, που μπορεί κανείς να πει πως ύστερ’ από τον υπερρεαλισμό, τίποτε δεν μας φαίνεται  πια «καινούριο», και πως κατά συνέπεια, θα πρέπει να δεχτούμε πως ο υπερρεαλισμός, κατέστησε μια για πάντα αδύνατη ή αδιανόητη κάθε ουσιαστική –και όχι μόνο θεματογραφική- ποιητική ανανέωση. Από μια άποψη, αν αυτό είναι αλήθεια, θα πρέπει να το θεωρήσουμε σα θανάσιμο μειονέκτημα του υπερρεαλισμού, σα μια «εσωτερική πληγή», που το μεγάλωμά της αποβλέπει στην ίδια του τη θανάτωση. Όμως θάταν τρομαχτικό για την ποίηση, να πιστεύαμε κάτι τέτοιο. Ας προσπεράσουμε λοιπόν αυτή τη θανάσιμη υποψία, γιατί δεν συμφέρει σε κανέναν μας. Κι ας βρούμε ή ας παραθέσουμε θετικά και ενεργητικά επιχειρήματα για να υπογραμμίσουμε τη διάρκεια του υπερρεαλισμού – αν, λέγοντας διάρκεια, εννοούμε εκείνο που διαισθανόμαστε πως θα διαρκέσει πολύ περισσότερο από την εποχή μας.

Και τώρα, φίλοι μου, το ένα και μόνο επιχείρημα που θα σας προτείνουμε, δεν είναι πια ένας όρος αλλά ένας άνθρωπος. Συγκεκριμένα, είναι το φάντασμα του Ανδρέα Μπρετόν. Του ποιητή και του οραματιστή που έκαμε αισθητή πραγματικότητα, με τη θεωρία και με τα αποδεικτικά κείμενα, την ευρύτατη φαντασίωσή του για τον υπερρεαλισμό. Φάντασμα είπαμε τον Ανδρέα Μπρετόν, με την έννοια ότι πρόκειται για ένα ολοζώντανο φάντασμα. Ένα φάντασμα πιο ζωντανό από τους συνηθισμένους ζωντανούς ανθρώπους (και ιδίως κάποιους ποιητές), ένα φάντασμα που δικαιολογεί τη ρήση ενός δικού μας ποιητή που είπε πως «δεν πεθαίνουν ολότελα οι νεκροί». Αυτό το «λίγο που τους απομένει σα ζωή, είναι αρκετό για να τους ξαναφέρνει κάθε τόσο στην ύπαρξη (ας πούμε στην πνευματική ύπαρξη) όταν πολύ το επιθυμούμε ή όταν κάποια βαθύτερη, και για τούτο, ανεξήγητη ανάγκη το επιτάσσει. Ωστόσο, δεν έχουμε να σας πούμε τίποτε το ιδιαίτερο ή το καινούριο για τον Ανδρέα Μπρετόν. Ό,τι σας χρειάζεται να μάθετε για το τι σημαίνει αυτό το όνομα, ακόμη να πληροφορηθείτε και τα πιο στοιχειώδη γι’ αυτόν, εύκολα το βρίσκετε ακόμα και στη δική μας, την τόσο λειψή μολαταύτα σ’ αυτό το κεφάλαιο, κριτική φιλολογία. Κι αν τολμάμε σήμερα να επικαλεστούμε το όνομά του και μάλιστα να τον αποκαλέσουμε «ολοζώντανο φάντασμα», είναι γιατί η παρουσία του πλανιέται πίσω από όλα όσα μας γέννησε αυτή η περιπατητική συναναστροφή μας με την ποίηση του Παπαδίτσα, και πάντα τη νοιώσαμε να μας παρακολουθεί, κάθε φορά που βρεθήκαμε αιχμάλωτοι του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Οδυσσέα Ελύτη, του Νίκου Εγγονόπουλου, ποιητών, νομίζω, που τα ρολόγια τους δεν σταμάτησαν, γιατί έχουν πολλά διαμάντια μέσα στον περίπλοκο και λεπτεπίλεπτο μηχανισμό τους. Και τολμάμε ακόμα να επικαλεστούμε τον Ανδρέα Μπρετόν, γιατί η κληρονομιά που άφησε είναι τόσο μεγάλη και η διαθήκη του τόσο αφιλοκερδής, που ακόμη και ο πιο «φτωχούλης της ποίησης», έχει δικαίωμα ν’ απλώσει προς αυτήν το χέρι του και να πάρει κάτι απ’ αυτήν για να δώσει κάποια επίφαση ζωής στον δικό του ποιητικό μικρόκοσμο, είτε γράφει για την ποίηση των άλλων είτε γράφει στίχους για λογαριασμό του.

[…]

 

Ποιητικά (κριτικά κείμενα), Εκδόσεις Νικόδημος, Αθήνα 1977

[…]

Μια νέα τοποθέτηση του Σολωμού

Τους πατροπαράδοτους και τόσο γόνιμους δεσμούς που κρατήσανε πάντα την ελληνική λογοτεχνία μας στο φως και στο κλίμα της γαλλικής πνευματικής ζωής – δίχως η φυσική αυτή εξάρτηση να σημαίνει πως εμποδίστηκε σε τίποτα το ουσιαστικό η πρωτοτυπία και η αυτονομία της ελληνικής δημιουργικότητας – ήρθανε να τονώσουνε αισθητά οι εξαιρετικές μεταφράσεις διαλεχτών κειμένων του ποιητικού μας λόγου, καμωμένες από τον κ. Ρομπέρ Λεβέκ, καθηγητή της φιλολογίας στο εδώ Ινστιτούτο Γαλλικών Σπουδών. Ο κ. Λεβέκ ζει ανάμεσά μας και εργάζεται πνευματικά από τα 1939, τιμώντας τον τόπο μας και τη φιλελληνικώτατη πνευματική παράδοση του Ινστιτούτου. Γιατί, όπως είναι άλλωστε πασίγνωστο, το Ινστιτούτο αυτό, επεκτείνοντας ανεπίσημα, όμως πόσο θετικά, τη δραστηριότητά του πέρα από τον κύκλο της διδασκαλίας μιας γλώσσας και μιας λογοτεχνίας τόσο δημοτικών στο τόπο μας ώστε να βρίσκουμε τα ζωηρά τους αποτυπώματα σε όλες σχεδόν τις εκδηλώσεις της πνευματικής και της κοινωνικής μας ζωής, δημιούργησε στην Αθήνα μια εστία πνευματικού πολιτισμού, και μια ευγενική και φωτεινή παράδοση καλλιτεχνικής ανταποδόσεως. Είναι μια ευεργετική ανταπόκριση του γαλλικού πνεύματος για την πολύχρονη προσήλωση της λογοτεχνίας μας στους δρόμους που αυτό άνοιγε στα μεγάλα πρότυπα που δημιουργούσε, ανταπόκριση πραγματοποιημένη σε πολύτιμες κριτικές μελέτες και σε λαμπρές μεταφράσεις που παρουσίασαν στο παγκόσμιο γαλλόγλωσσο κοινό μερικά από τα πιο σημαντικά έργα της νέας μας λογοτεχνίας.

Ο Λουί Ρουσσέλ πρώτος με την καθοδηγητική συμβολή του ιδιορρύθμου κριτικο-φιλολογικού περιοδικού «Λιμπρ», ο Αντρέ Μιραμπέλ με τις γλωσσολογικές εργασίες του, ο Οκτάβ Μερλιέ με τη περίφημη μετάφραση του Παπαδιαμάντη, ο Ροζέ Μιλλιέξ βαθύς γνώστης του Παλαμά, και προ παντός ο Ρομπέρ Λεβέκ με τον πλατύτατο κύκλο των μεταφράσεών του απλωμένων σε όλη μας την ποίηση από τον Σολωμό ως τους νεώτατους λυρικούς μας, αποτελούνε μια λαμπρή χορεία φιλόλογων και λογοτεχνών που ο αυθόρμητος φιλελληνισμός τους και η ερευνητική προσήλωσή τους στα φαινόμενα της νεώτερης Ελλάδας τους αποκάλυψε γρήγορα τα μυστικά της λογοτεχνίας μας και τους έκανε να εργαστούνε με πάθος για την κριτική και τη γλωσσική της ενσωμάτωση στον κορμό της καθολικής πνευματικής ζωής της Ευρώπης. Το ελληνικό κοινό δε μπορεί παρά να είναι εξαιρετικά συγκινημένο από την έμπρακτη αυτή αφοσίωση των Γάλλων στη λογοτεχνία μας. Ανυψώνεται έτσι η συνείδησή μας η αξία της και μπορούμε πια να συγκρατήσουμε κάποια αλάθευτα κι’ αντικειμενικά κριτήρια που μας κάνουνε να πιστεύουμε πως πνευματικά τουλάχιστο δεν είμαστε τόσο μακρυά από τις μεγάλες αρτηρίες της Ευρώπης, όσο είναι άλλοι λαοί που γεωγραφικά είναι πιο σιμά της.

Ο κ. Λεβέκ, αν και καθηγητής, εργάζεται κυριολεκτικά σαν εμπνευσμένος ποιητής που τίποτα το σύγχρονο δεν του είναι ξένο και που του αρέσει να βλέπει τα παλαιά μέσα από το αισθητικό πρίσμα του σύγχρονου. Συνηθέστατα, οι φιλόλογοι προτιμούνε να πατάνε στο στερεό και δοκιμασμένο από πλήθος έρευνες έδαφος των κλασσικών έργων. Μα ο κ. Λεβέκ, διαθέτοντας σπάνια ποιητική διαίσθηση, πάθος ενεργό για τον καθαρό λυρισμό, αγάπη για τη νέα μας γλώσσα, και μια πεπειραμένη κριτική αίσθηση, κατώρθωσε να ανακαλύψει, και με το ένστικτο και με την παρατήρηση, μερικούς από τους πιο σημαντικούς ποιητές μας, παλαιούς και νέους, που το έργο τους ανταποκρίνεται άμεσα στα γνωρίσματα του αγνού λυρισμού και στα αισθητικά παράδοξα των εξαιρετικά και πολύκλαδα εξελιγμένων ποιητικών μορφών της εποχής μας. Εδώ και δύο χρόνια, μας χάρισε μία, όσο παίρνει επιτυχημένη μετάφραση, προλογισμένη φωτεινά και σχολιασμένη της «Μήτηρ Θεού» του Άγγελου Σικελιανού, που είναι ίσως το πιο ψυχικό και το πιο μυστικά λυρικό ποίημά του. Ακολούθησε η ακόμα πιο επιτυχημένη μεταφραστική απόδοση χαρακτηριστικά διαλεγμένων ποιημάτων από το έργο ενός τολμηρού νεωτεριστή, όμως βαθύτα λυρικού ποιητή, του Οδυσσέα Ελύτη, εργασία πολύ σημαντική, γιατί μας πρόσφερε μια μοναδική ευκαιρία να εκτιμήσουμε χεροπιαστή την πολύτιμη συμβολή του σύγχρονου ποιητικού μας λόγου στον εξελληνισμό του υπερρεαλισμού και γενικά του διεθνούς ποιητικού κινήματος. Και τελευταία μας πρόσφερε ο κ. Λεβέκ τον «Σολωμό» του, ένα καλαίσθητο και πολυτελέστατο τόμο από 100 σελίδες˙ έργο αγάπης και γνώσης, όπου για πρώτη φορά ο μεγάλος μας ποιητής παρουσιάζεται στο γαλλικό κοινό, συστηματικά βιογραφημένος, ερμηνευμένος, μεταφρασμένος. Το βιβλίο αυτό χωρίζεται σε τρία μέρη: στη βιογραφική και κριτική εισαγωγή, στη μετάφραση του «Κρητικού», των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» και του «Πόρφυρα». Ας μιλήσουμε πρώτα για την εισαγωγή.

Σκοπός της λαμπρής αυτής εισαγωγής, εκτός από την ευσυνείδητη κι επιδέξια διαρθρωμένη παροχή στοιχείων και γραμματολογικών πληροφοριών για τη ζωή και το έργο του ποιητή, είναι προ παντός η πρωτότυπη αντιμετώπιση του όλου καλλιτεχνικού προβλήματος Σολωμού από μια υψηλή σκοπιά σύγχρονης ευρωπαϊκής κριτικής. Εμείς συνηθίσαμε να θεωρούμε το Σολωμό σαν ένα απόλυτο καλλιτεχνικό φαινόμενο. Βέβαια, κάθε μεγάλος δημιουργός φωτοστεφανώνεται από ένα είδος απολυτότητας, μα για έναν εξεταστή της συνολικής πνευματικής ζωής, όλα τα επί μέρους φαινόμενα είναι σχετικά και για όλα υπάρχει, φανερά ή κρυφά λειτουργώντας, ένας ρυθμός αλληλοεξαρτήσεων. Έτσι και με τον Σολωμό. Πρέπει λοιπόν να αισθανθούμε κάποια πίκρα γιατί εκτός από την ειδική περίπτωση της κριτικής του Βάρναλη, κανένας από τους νεώτερους Έλληνες κριτικούς δεν είχε συλλογισθεί να μεταθέσει το θεμελιακό αυτό πρόβλημα της πνευματικής μας ζωής από την άγονη κορυφή του απόλυτου κι’ από το μουσείο των προγονικών αξιών, στο κέντρο των πολύπλοκων σύγχρονων πειραμάτων κι’ ερευνών για το αληθινό νόημα και τις αισθητικές τύχες του ποιητικού λόγου. Οπωσδήποτε μέγας έπαινος του πρέπει του κ. Λεβέκ, γιατί με θαυμαστή σιγουριά, με διαίσθηση και με πλούσια γνώση των σχετικών στοιχείων, ανασυγκρότησε και τοποθέτησε το πρόβλημα Σολωμός μέσα σε μια πνευματική ατμόσφαιρα ολότελα σύγχρονη. Πρώτος μας έδειξε το δρόμο που πρέπει ν’ ακολουθήσουμε στο εξής, αν θέλουμε να αντικρύζουμε την πνευματική μας ζωή όχι πίσω από τους φακούς μιας στατικής και απόλυτης Ελληνικότητας αλλά σαν ένα τομέα δημιουργίας οργανικά δεμένο στο γενικό ρυθμό της παγκόσμιας πνευματικής παραγωγής. Γιατί έτσι μονάχα θα μπορούμε να επαληθεύουμε τη γενικώτερη σημασία των έργων της ελληνικής φαντασίας και να δοκιμάζουμε την αντοχή τους με απόλυτα πνευματικά κριτήρια.

Εύστοχα παρατηρεί ο κ. Λεβέκ, αρχίζοντας την εισαγωγή του, πως στη νέα Ελλάδα, τη χώρα αυτή των παραδόξων, η ποίηση ξεκίνησε με τον Μαλλαρμέ, αφίνοντας στον Ουγκώ την φροντίδα να γεννηθεί αργότερα. Έτσι ξαφνικά, η τιτανική προσπάθεια του Σολωμού προς την ποιητική τελειότητα, φωτίζεται από τον υποβλητικό προβολέα των αισθητικών ιδανικών της καθαράς ποίησης και πλαισιώνεται από αντίστοιχες ενέργειες κάποιων σπάνιων πνευμάτων να διασώσουνε την ποίηση από τη στεγνή συμβατικότητα του παλαιού κλασσικισμού –την κάθε τόσο εμφανιζόμενη σαν νεοκλασσικισμός- από το φοβερό νερούλιασμα του ρωμαντισμού κι από τον κατακλυσμό των αντιποιητικών ρασιοναλιστικών στοιχείων που εξαπόλησε προς την ποίηση η καταπληκτική ανάπτυξη και διάδοση της πρόζας. Αναμφισβήτητα, όπως μας δείχνει ο Λεβέκ, ο Σολωμός κοιταγμένος από παγκόσμια προοπτική, ανήκει στην ολιγάριθμη υπερεθνική οικογένεια των ποιητών που πιο πολύ από την άμεση δημιουργία ενός έργου, τους απασχολήσανε τα γενεσιουργικά μυστικά της δημιουργίας αυτής, η συγκρότηση μιας καθαρής μεθόδου παραγωγής, υποταγμένης στην ανάγκη να πραγματοποιούνε καλλιτεχνικά αποτελέσματα τόσο αδιαπτώτως καθαρά και τόσο τελειωμένα μέσα στην έννοια του απόλυτου, ώστε η αισθητική πλήρωση ενός ιδανικού αναγνώστη να φτάνει στο μη περαιτέρω. Εξυπακούεται όμως πως ιδανικός αναγνώστης και προκριματικός ελεγκτής των αποτελεσμάτων αυτών δε μπορεί εδώ να είναι άλλος παρά ο ίδιος ο δημιουργός που δαμάζοντας όλα τ’ άλλα ενδιαφέροντα και τα λογής παραρτήματα του Εγώ του στο ένα και μόνο υπερ-προσωπικό καλλιτεχνικό του πάθος για τελειότητα, φτάνει συχνά ως την άρνηση του λόγου, ως την τραγική εκείνη μα τόσο καταπληκτικά υποβλητική και αποκαλυπτική σιωπή. Η οικογένεια αυτή που μεγαλοφυή γενάρχη της έχει τον Πόου, εξαντλιέται στα μυθικά πλέον ονόματα ενός Μπωντλαίρ ενός Μαλλαρμέ, ενός Βαλερύ και στο ποσοτικά ελάχιστο έργο τους που μολαταύτα ακτινοβολεί αντιστρόφως ανάλογα με τη στιχουργική έκτασή του. Ήρθε λοιπόν η ώρα να πολιτογραφηθεί στην οικογένεια αυτή και ο Σολωμός που όχι μόνο χρονολογικά προπορεύεται από τους τρεις τελευταίους μα προσθέτει κι όλας ένα νέο μεγαλείο, ένα φως πιο υπερφυσικό, στις προσπάθειές τους για την πραγματοποίηση της ποιητικής τελειότητας. Είναι το φως που σκορπάει στη γοητεία του απόλυτου αισθητικού ιδεώδους η ένθεη και ολοκληρωτική παρουσία και διάχυση του θρησκευτικού ανθρώπου μέσα στον ποιητικό λόγο. Γιατί ενώ ο Πόου και ο Μπωντλαίρ γυρέψανε τον τέλειο λόγο συγχωνεύοντας τη μουσική της λέξης με τη μουσική ενός απειροστά εξιδανικευμένου από τη ρωμαντική φαντασία τους αισθησιακού πάθους που μερίζει αναγκαστικά τον άνθρωπο˙ ενώ ο Μαλλαρμέ και ο Βαλερύ γυρέψανε την ίδια τελειότητα «παραχωρώντας, όπως είπε ο Τιμπωνταί, την πρωτοβουλία στη λέξη», δηλαδή αφαιρώντας κάπως τον άνθρωπο, ο Σολωμός γύρεψε να συνθέσει μουσικά στο λόγο τον τέλειο άνθρωπο με την τέλεια ποίηση: έναν άνθρωπο που είναι τέλειος γιατί κατανικώντας τις υλικές δεσμεύσεις της ζωής υψώνεται χαρούμενα προς το ηθικό αρχέτυπο του Θεού δίχως να καταστρέψει μέσα στα μάτια του την απέραντη κι άμεσα αισθητή ωραιότητα της Δημιουργίας˙ και μια ποίηση που είναι τέλεια, γιατί έβαλε σκοπό της να εκφράσει αυτούσιο ένα τέτοιο άνθρωπο. Αν αναλογιστούμε τώρα πως η ποίηση αυτή αναβρύζει από τέτοιες πηγές ομορφιάς και καλωσύνης, αισιοδοξίας και αθανασίας, και πως κυλά κάτω από έναν αισθητικό ουρανό ομηρικά διάφανο που κανένα ρωμαντικό ή άλλο σύννεφο δε σκίασε ποτέ και που μας αφίνει να τον χαρούμε σε όλο το παραδείσιο βάθος, δε θα βρούμε καθόλου υπερβολική ή ανεδαφική την ευρωπαϊκή θέση που ο Λεβέκ προσδιόρισε για το Σολωμό, κλείνοντας την εισαγωγή του με τον ακόλουθο προφητικό οραματισμό του Λωτρεαμόν˙ δραματισμό σα συμπέρασμα της κριτικής ενός κολασμένου ποιητή για τον σατανισμό ενός συναδέλφου: του Μπάυρων: «Αν και πιο μεγάλος ο Μπάυρων από τις συνήθεις μεγαλοφυΐες, αν βρίσκονταν στον καιρό του ένας άλλος ποιητής προικισμένος σαν κι αυτόν με την ίδια εξαιρετική διάνοια κι ικανός να του παραβγεί σαν αντίπαλος, πρώτος ο Μπάυρων θα ομολογούσε τη ματαιότητα της προσπάθειάς του να σκεπάσει ανάρμοστες κατάρες και πως μονάχα το καλό πρέπει ν’ ανακηρυχτεί με τη φωνή όλων των κόσμων άξιο της εκτίμησής μας». Είναι η θέση ενός αγνώστου στην Ευρώπη Θεού, αποκλειστικά προσωρισμένη για το Σολωμό.

Καθένας λοιπόν καταλαβαίνει τίνος είδους τεχνικές κι αισθητικές δυσκολίες είχε ν’ αντιμετωπίσει ο κ. Λεβέκ στη μεταφορά των στίχων του Σολωμού από τη γλώσσα που γεννήθηκε σε μιαν άλλη. Πώς να μη σβήσει στη μεταφορά το υπερφυσικό φέγγος των στίχων αυτών; Πώς να ξανατυπωθεί στην ξένη γλώσσα αυτούσιο το ηρωικό, το γενναίο, το αδιαίρετα ρυθμικό βήμα τους; Πώς να μη μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο η απλή μα ουράνια συμπλοκή των λέξεων της δροσερής και αρμονικής Σολωμικής γλώσσας; Πώς να διατηρηθεί όμοια υποβλητικός ο ασύγκριτος λυρικός λακωνισμός της ποίησης αυτής που ο κάθε στίχος της αγκαλιάζει άνετα ένα σύνολο ουσιών κι ένα κύκλο κλειστής κι ολοκληρωμένης αρμονίας; Βεβαιότατα, οι ελεύθεροι στίχοι του κ. Λεβέκ δείχνουνε πόσο φωτεινά αισθητοποίησε ο μεταφραστής όλες αυτές τις δυσκολίες και πόσο ευτυχισμένες κατά προσέγγισιν λύσεις επέτυχε διασώζοντας στη δική του γλώσσα ό,τι ήτανε δυνατό να διασωθεί από ένα ανεπανάληπτο θαύμα. Αν όμως εμείς οι Έλληνες δυσκολευόμαστε να κρίνουμε αντικειμενικά τη μετάφραση του κ. Λεβέκ, γιατί κάθε στίχο μεταφρασμένο αστραπιαία τον αντιμετωπίζει, τιναγμένος από μέσα μας, ο αυθεντικός στίχος του Σολωμού, είναι βέβαιο πως ο Γάλλος αναγνώστης θα διαισθανθεί το θαύμα, θα καταλάβει περί τίνος πρόκειται και πιθανώτατα θα μελαγχολήσει, είτε γιατί δεν έμαθε ελληνικά, είτε γιατί ο Σολωμός δεν έτυχε να γεννηθεί Γάλλος. Και θα οφείλει πολλά στον κ. Λεβέκ, που στη μετάφρασή του αυτή κατώρθωσε να διατηρήσει την άνεση και την αμεσότητα της Σολωμικής φαντασίας, την εκφραστική απλότητα, το θερμό και παθητικό τόνο που διακρίνει πάντα τη σκέψη και το αίσθημα του Σολωμού. Άλλωστε, θα μπορέσει να χαρεί σχεδόν σαν πρωτότυπο το μεταφρασμένο πεζογράφημα του Σολωμού, την περίφημη «Γυναίκα της Ζάκυνθος» που ο κ. Λεβέκ ξανάπλασε με μια εξαιρετική ρώμη, ευρυθμία και πιστή καλλιτεχνική αναπροσαρμογή του ελληνικού κειμένου στα δύο θεμελιακά του γνωρίσματα: το βιβλικό ρυθμό του και τον δαντικό ρεαλισμό του.

[1945]          

 

Ποιητικά (κριτικά κείμενα), Εκδόσεις Νικόδημος, Αθήνα 1977

[…]

O Mάρκος Αυγέρης σαν ποιητής

 

Η «Νέα Εστία» τίμησε τον κριτικό και ποιητή Μάρκο Αυγέρη, μία από τις ξεχωριστές φυσιογνωμίες της λογοτεχνίας μας, και όταν πέθανε με το ειδικό τεύχος που του αφιέρωσε, στις 15 Νοεμβρίου 1973. Όμως, μορφές σαν τον Αυγέρη, που δεν ήταν δουλευτής του λόγου αλλά και πνεύμα κριτικό ανήσυχο, τολμηρό, ανασκαπτικό, κοσμοθεωρητικό, βλέποντας πάντα εμπρός, έστω κι’ αν αυτό το «εμπρός» περιοριζόταν τις πιο πολλές φορές στη «Λεωφόρο Μαρξ», αλλά πλατύτατα ανοιγμένη μπροστά του και όχι στενή και κακοπερπάτητη, μορφές τέτοιες, επαναλαμβάνουμε, δεν είναι για να συζητιούνται και να προβάλλονται μία και μόνο φορά, προ παντός όταν αυτή η φορά, είναι αφορμή δοσμένη από το θάνατό τους. Κάθε άξιας πνευματικής δημιουργίας η αληθινή, και σαν ανεξάρτητη πια από τον θνητό πρόσωπο, ζωή, αρχίζει μετά το «δεύτε τον τελευταίον ασπασμόν». Αυτή την αλήθεια, την επαληθεύει ακόμη μια φορά ο μεγάλος τόμος με όλα τα ποιήματα που δημοσίεψε ο Αυγέρης, κατά καιρούς, στο περιθώριο ή στα διαλείμματα του περισπούδαστου κριτικού του έργου, ή και παράλληλα, κάποτε, μ’ αυτό.

Ο κριτικός που δεν είναι κριτικός μόνο, αλλά που μπορεί να πλάθει, όπως ο Αυγέρης, και τη λεγόμενη «δημιουργική λογοτεχνία», είναι αλήθεια πως δημιουργεί ένα δύσκολο πρόβλημα διαχωρισμού και αξιολόγησης, στα μάτια και των μελετητών του και των αναγνωστών του. Το πρόβλημα αυτό, το θίξαμε, στην κριτική νεκρολογία μας για τον Αυγέρη («Νέα Εστία», 1-7-73). Ξέρουμε, πως όταν σχηματιστεί μια σταθερή αντίληψη, και μάλιστα συλλογική για το τι περισσότερο είναι ένας λογοτέχνης, (ποιητής, κριτικός, πεζογράφος) πάρα πολύ δύσκολα, αν όχι και αδύνατο, να υποκατασταθεί αυτή η αντίληψη με μια άλλη, που πιθανό να είναι σωστότερη. Το ίδιο συμβαίνει και με τη δισυπόστατη λογοτεχνική φύση και δραστηριότητα του Αυγέρη, δηλαδή την κριτική και την ποιητική. Αλλά η λύση του προβλήματος αυτού, βρίσκουμε πως διευκολύνεται πολύ με τον τόμο που εμφανίζει το σύνολο της ποιητικής δημιουργίας του. Αυτή η ταχτοποιημένη συγκέντρωση της ποιητικής του παραγωγής, τον παρουσιάζει καλύτερο από κάθε άλλη φορά, «ποιητή». Και μάλιστα, ποιητή που από την αρχή της στιχουργίας του, μπόρεσε να κρατήσει γερά στους ώμους του τη «νέα ποιητική γλώσσα» του ανερχόμενου, με την ορμή και τη δύναμη του Παλαμά, λογοτεχνικού δημοτικισμού. Να την κρατήσει στους ώμους του, να την σφραγίσει με παραδειγματική στιχουργική ικανότητα, να σαλπίσει τα ζωικά μηνύματα του δημοτικισμού – μηνύματα λαού που θέλει να θεμελιώσει τη σύγχρονη πνευματική του ζωή, στη λαϊκή μας γλώσσα και στις διαιώνιες εθνικές μας παραδόσεις και να χρωματίσει ζωηρά αυτά τα μηνύματα με κάτι το αψύ, το ορεσίβιο και το νεανικά αισθησιακό που χαρακτήριζε το ζεστό ηπειρώτικό του αίμα.

Αλλά για την περίπτωση της νεανικής ποίησης του Αυγέρη, μας κατατοπίζει κατά τον καλύτερο τρόπο, η κυρία Άντα Γκίβελου-Κατσίκη, νέα φιλόλογος και γλωσσολόγος, αλλά και θετικό πνεύμα κριτικό˙ ύστερα από λαμπρές πανεπιστημιακές σπουδές στην Ελλάδα και στη Σορβόννη, φανέρωσε εργασίες της που δείχνουν και τη γλωσσολογική της οξύνοια, (π.χ. η μελέτη «χαρακτηριστικά φωνητικά φαινόμενα του Συμαϊκού γλωσσικού ιδιώματος», το εξαίρετο δοκίμιό της «Η επίδραση του δημοτικού τραγουδιού στη γλώσσα και την ποίηση του Παλαμά», και το χαρακτηριστικό για την πνευματικότητά του και τον ορθό προσανατολισμό του δοκίμιο «Νεοελληνικά προβλήματα, χρήσιμες υποδείξεις ενός φιλοσόφου»  του κ. Ι. Θεοδωρακόπουλου). Ο Μάρκος Αυγέρης εκτιμούσε εξαιρετικά και είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στην παιδεία και στη θετική σκέψη της Άντας Γκιβέλου-Κατσίκη καθώς στην λυρική ευαισθησία του γνωστού ποιητή Πέτρου Σπεντζή. Γι’ αυτό, και η επιθυμία του ήταν να αναλάβουν οι δυο τους την επιμέλεια της μεταθανάτιας έκδοσης των ποιητικών του απάντων. Πράγμα που πήρε σάρκα και οστά, με ιερή ευλάβεια προς τον ποιητή, που ανάμεσα σε τόσα άλλα, έγραψε και το περιώνυμο για τον λαϊκό του ζωικό παλμό και την υλιστική πνοή, «Τραγούδι της τάβλας». Η Άντα Γκίβελου-Κατσίκη, ανέλαβε την εισαγωγή στην πρώτη ποιητική περίοδο του Αυγέρη, που για τη δική μας αίσθηση από καθαρά λυρική άποψη, είναι η πιο δημιουργική του, και ο Πέτρος Σπεντζής, την κατοπινή του ποιητική πορεία, που τη σφραγίζει πιο έντονα ο κοινωνικός ιδεολογισμός συνταιριασμένος μ’ έναν γνήσιο ανθρωπισμό, και η προσχώρησή του σε πιο ελευθερωμένες από την παράδοση, ποιητικές και στιχουργικές μορφές.

Αλλά όπως είπαμε, για μας ο Αυγέρης παραμένει ο ποιητής των θαυμάσιων δεκαπεντασύλλαβων, και των ανομοιοκατάληκτων και των ριμαρισμένων δίστιχων, της περιόδου που με εμβρίθεια, και λεπτή αίσθηση και φιλολογική παρατηρητικότητα, εξετάζει στην πλατεία εισαγωγική της μελέτη η κ. Κατσίκη. Επισημαίνει πρώτα, την απόλυτη ταύτιση του ποιητή και του κριτικού, μια ταύτιση που λειτουργεί ενιαία και πλήρης, και στην κριτική του και στην ποίησή του. Γιατί η ποίηση, πολύ συχνά, είναι κι’ αυτή μια κριτική, ή μάλλον ένα «λεπτό κοσκίνισμα μ’ ένα χρυσό κόσκινο», της ζωής, σε όλες τις εκδηλώσεις της, από τον έρωτα και την πείνα, ως τις κοινωνικές απαιτήσεις των λαών. Τοποθετεί, έπειτα, η κ. Κατσίκη με αμεσότητα και λιτή κριτική ολιγολογία, τον Αυγέρη, σαν ποιητή που «ξεκινάει μέσα από τον κόσμο τον παλαμικό». Κι’ έπειτα, αναλύει και αξιολογεί ένα προς ένα, τα κυριώτερα ποιήματα αυτής της περιόδου: τη «Βάβω την Τασιά», τη «Μαργιωλή πεθαμένη», το «Τραγούδι της πληβείας», πολύ σωστά διακρίνει σ’ αυτό… «την άλλη φωνή του ποιητή, που αντικρύζει την κοινωνία με μάτι κριτικό και αξιολογεί όσα βλέπει σ’ αυτήν». Αξιολογεί το «τραγούδι του κυνηγού και της αγαπητικιάς του», «Το τραγούδι στην ελικιά της Μαργίτσας», και σταματάει με προσοχή αναλυτική στο «Τραγούδι της τάβλας», «την πρώτη μεγάλη επιτυχία του στην ποίηση», καθώς εύστοχα παρατηρεί. Εδώ, βρισκόμαστε σε μια επιτυχημένη επιμιξία του δημοτικού τραγουδιού, με κάτι το πιο σύγχρονο και το πιο σύνθετο που γύρευε ο δημοτικισμός. Σαν απόηχος αυτού του τραγουδιού, ακολουθούν ο «Νέος Λιμάζης και η σαστικιά του», «Ο Έρωτας», τα «Προσευχή Α’ και Προσευχή Β’», ποιήματα «μεταφυσικής ανησυχίας» καθώς τα χαρακτηρίζει η κ. Άντα Κατσίκη, προφανώς επηρεασμένα από την θαμπωτική ελληνοχριστιανική έξαρση του Σικελιανού (και ποιον δεν γήτεψε ο Σικελιανός της εποχής του «Πάσχα των Ελλήνων» και της «Μήτηρ Θεού», και ποιον δεν εξόντωσε, ξαναγεννώντας τον). Και τελειώνει την πειστική και καλά ζυγιασμένη εισήγησή της μ’ ένα κεφάλαιο σοφής ανάλυσης της στιχουργίας του Αυγέρη, που σύμφωνα με το παράδειγμα του Παλαμά, είχε δεχτεί τον ποικιλότροπα τονισμένο στίχο, που, έτσι ξεφεύγοντας από τον κάπως ομοιότονο τονισμό του δημοτικού τραγουδιού, τον προσάρμοσε στους ψυχικούς και πνευματικούς κυματισμούς της ανεπτυγμένης και συγχρονισμένης πνευματικής και ποιητικής προσωπικότητας. Η εισαγωγή αυτή της κ. Κατσίκη, απλή, πυκνή, μετρημένη, κριτική και φιλολογική, καταλήγει στο ακόλουθο συμπέρασμα που νομίζω πως κανείς δεν θα το αμφισβητήσει: «Και με τα θέματα που εμπνεύστηκε ο Μάρκος Αυγέρης και με τον τρόπο που παρουσίασε τα νεανικά του τραγούδια, μπόρεσε να δώσει μια ποίηση με άφθονα και  ποικίλα φανερώματα, μια ποίηση σύντομη αλλά αληθινά νεανική και δροσερή. Πρέπει όμως να παρατηρήσουμε σ’ αυτή και κάτι άλλο, πολύ σημαντικό. Και τούτο είναι ο γλωσσικός πλούτος και ο καλοδουλεμένος λόγος που παρουσιάζει η ποίησή του. Η γενιά του 1900-1910 συνεχίζει το έργο της προηγούμενης γενιάς, που με τον Παλαμά επικεφαλής εργάστηκε για την ανύψωση της νεοελληνικής γλώσσας. Και ο Αυγέρης είναι άξιος μέσα στους άξιους συνεχιστές του μεγάλου αυτού Παιδευτικού και Εθνικού έργου».

Μια λαμπρή επιβεβαίωση αυτής της οριστικής τοποθέτησης θα βρούμε στους ωραίους για την πνευματική τους ανάταση και τον ευδαιμονικό τους λυρισμό στίχους του Αυγέρη, στα ποιήματά του «Στον Έρωτα», «Προσευχή Α’» και «Προσευχή Β’». Ήταν μια αστραφτερή στιγμή του νεοελληνικού λυρικού λόγου, στίχοι τέτοιοι: «Τον κρύφιον έρωτα στο φως τον έχεις οδηγήσει – τώρα στον ήλιο ανθός πολύς – σε κάθε ανθό μελίσσι. – Ηύρε η ψυχή παράδεισο κι’ ο λογισμός Απρίλη, - κι’ άλικα ρόδα να κρατώ η αγάπη μούχει στείλει». Ένας απολλώνιας ομορφιάς Αρχάγγελος, απροσδόκητος και αστραφτερός, σα σταλμένος από Θεό της Βίβλου, με τεντωμένο το αθλητικό του χέρι προς τα μακρυά και τα ψηλά, έδειχνε στους νέους ποιητές του καιρού, το δρόμο μιας πιθανής επιστροφής στον ουράνιο κήπο των πρωτοπλάστων, πριν και μαζύ με την Αμαρτία. Αυτόν τον δρόμο, τον ακολούθησε ο νέος Αυγέρης, νοιώθοντας ταυτισμένος με τον νεοβιβλικό αγρότη, και υμνώντας τον με στίχους που αντιλαλούν την ασημένια μουσική του θυμιατού, καθώς ρυθμικά το κυματίζει ο ιερέας προς τις εικόνες την ώρα της Λειτουργίας: «Κι’ ως το Ψωμί του σιωπηλά κόβει σταυρό στο γόνα, - αγάλλεται ως σε λάφυρα κι ως σε γλυκύν αγώνα, - κι’ ακούει δροσιά και μια πνοή ψηλά να πνέει βουνίσια, - σα να τον έκλεισαν πολλά νερά ακροπελαγίσια, - κι’ όλο το δέντρο αχολογάει και τρέμει κάθε φύλλο, - κι’ όλο ευωδάει μιαν ευωδιά σαν από τίμιο ξύλο».

Αν πέρασαν εκείνοι οι ποιητικοί καιροί, η ευωδιά αυτών των στίχων δεν ξεθύμανε και η λάμψη τους δεν αμαυρώθηκε. Φτάνει να μπορεί κανείς να πλησιάζει σήμερα αυτούς τους στίχους. Και τώρα μπορεί ο καθένας, χάρη στην πραγματοποίηση της επιθυμίας του Αυγέρη, να αναστηθεί η ποιητική του ζωή, σ’ αυτόν τον τόμο, που τη μια του όψη, τη νεανική, με ακρίβεια μας παρουσίασε η κ. Άντα Γκίβελου-Κατσίκη. Όσο για την άλλη της όψη, του Β’ μέρους, μας την έδειξε ο ποιητής Πέτρος Σπεντζής, μ’ έναν σύντομο πρόλογο, ποιητικό και μεταφυσικό, αλλά με έντονη την προβολή της αξίας «Ελευθερία», που κατά κύριο λόγο χαρακτηρίζει τη μεταγενέστερη, ως τις μέρες μας, πιο γυμνή και πιο άμεση –μα ίσως και πιο άμουση- ποίηση του Μάρκου Αυγέρη. Έχει όμως και η ποίηση αυτή, το ψυχολογικό, πνευματικό και ιδεολογικό της, ακόμα και το πολιτικό ενδιαφέρον. Αλλά για να εκτιμηθεί πιο δίκαια, ίσως θα πρέπει να περιμένει την κρίση μιας εποχής πιο μακρυνής. Όσο και να την αμφισβητούμε κάποτε, η λεγόμενη «προοπτική του χρόνου», είναι υπέρτατος δικαστής των ποιητών. Ένα γλωσσάρι, προφανώς εργασία κι’ αυτό της κ. Κατσίκη, βοηθεί τον σημερινό αναγνώστη, να καταλάβει το νόημα λέξεων που πρωτοχρησιμοποίησε ή έπλασε ο πρώτος δημοτικισμός – αχρηστευμένων από την κατοπινή εξέλιξη της γλώσσας μας. Ο γλωσσικός δημοτικισμός, είχε μια εντονώτατη αγροτική ευωδιά – μια λαογραφική οσμή, οργανική. Οι σημερινοί ποιητές, «αστοί μεγαλουπολίτες», όταν τύχει να επικοινωνούν με τη φύση, χρησιμοποιούν ένα άοσμο και αφηρημένο λεξιλόγιο. Άλλοι καιροί, άλλη γλώσσα.

[1976]    

       

 

ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ | ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ